
Μια νέα, δραματική κλιμάκωση στον εμπορικό και γεωπολιτικό πόλεμο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, μετά τις εκρηκτικές ανακοινώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή σαρωτικών δασμών ύψους 100% σε ένα ευρύ φάσμα κινεζικών προϊόντων. Η κίνηση αυτή, που συνοδεύεται από αυστηρούς περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμου αμερικανικού λογισμικού, δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη γύρο στις εμπορικές διαπραγματεύσεις, αλλά μια στρατηγική ενέργεια που ωθεί την παγκόσμια οικονομία σε αχαρτογράφητα νερά και προκαλεί πανικό στις διεθνείς αγορές.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει επιπλέον δασμούς που φτάνουν το 100% σε κινεζικά εισαγόμενα προϊόντα συνιστά την πιο επιθετική εμπορική κίνηση των τελευταίων δεκαετιών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες από το Λευκό Οίκο, οι δασμοί αυτοί στοχεύουν στρατηγικούς τομείς της κινεζικής οικονομίας, όπως:
Ο ίδιος ο Τραμπ, σε δηλώσεις του, δικαιολόγησε την απόφαση ως ένα απαραίτητο μέτρο για την προστασία της αμερικανικής βιομηχανίας, την καταπολέμηση των “αθέμιτων εμπορικών πρακτικών” του Πεκίνου και την ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας. Η ρητορική του παραπέμπει σε μια προσπάθεια πλήρους αποσύνδεσης των δύο οικονομιών, τερματίζοντας δεκαετίες αλληλεξάρτησης. Η κίνηση αυτή δεν αιφνιδίασε απλώς, αλλά επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους των αναλυτών για την έναρξη ενός ανεξέλεγκτου εμπορικού πολέμου με απρόβλεπτες συνέπειες.
Ίσως ακόμα πιο κρίσιμη από τους ίδιους τους δασμούς είναι η παράλληλη απόφαση για επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές κρίσιμου αμερικανικού λογισμικού και τεχνολογίας αιχμής προς την Κίνα. Αυτή η διάσταση του “πολέμου” μετατρέπει την εμπορική διαμάχη σε έναν σύγχρονο Τεχνολογικό Ψυχρό Πόλεμο.
Οι περιορισμοί αυτοί στοχεύουν να ανακόψουν την πρόσβαση της Κίνας σε τεχνολογίες που θεωρούνται ζωτικής σημασίας για την οικονομική και στρατιωτική της ανάπτυξη, όπως η τεχνητή νοημοσύνη (AI), οι ημιαγωγοί προηγμένης γενιάς, η κβαντική υπολογιστική και η βιοτεχνολογία. Για τις ΗΠΑ, ο στόχος είναι σαφής: να εμποδίσουν την Κίνα από το να τις ξεπεράσει τεχνολογικά και να διατηρήσουν το στρατηγικό τους πλεονέκτημα. Για την Κίνα, η κίνηση αυτή αποτελεί “casus belli” που απειλεί ευθέως τις εθνικές της φιλοδοξίες και την αναγκάζει να επιταχύνει τις προσπάθειες για πλήρη τεχνολογική αυτάρκεια.
Η αντίδραση των παγκόσμιων αγορών ήταν άμεση και σφοδρή. Μόλις έγιναν γνωστές οι προθέσεις του Τραμπ, ένα κύμα μαζικών ρευστοποιήσεων σάρωσε τα χρηματιστήρια από την Ασία έως την Ευρώπη και τη Wall Street.
Η αποστροφή ρίσκου ήταν καθολική. Οι επενδυτές έσπευσαν να αναζητήσουν ασφαλή καταφύγια, με την τιμή του χρυσού να εκτοξεύεται και την αξία του αμερικανικού δολαρίου να ενισχύεται. Αντίθετα, οι τιμές του πετρελαίου και άλλων βιομηχανικών εμπορευμάτων υποχώρησαν, αντανακλώντας τους φόβους για μια απότομη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας.
Η διπλή απειλή των δασμών 100% και του τεχνολογικού εμπάργκο δημιουργεί ένα τοξικό κοκτέιλ αβεβαιότητας που απειλεί να εκτροχιάσει την παγκόσμια οικονομία. Οι πιθανές συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από τις δύο εμπλεκόμενες χώρες:
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα, καθώς η στρατηγική του Τραμπ φαίνεται να κλείνει οριστικά την πόρτα στον διάλογο, επιλέγοντας την οδό της μετωπικής σύγκρουσης. Το Πεκίνο αναμένεται να απαντήσει με εξίσου σκληρά αντίμετρα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πού θα σταματήσει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα εποχή έντονης αβεβαιότητας και αυξημένου ρίσκου.







